ἑλλός

ἑλλός or [full] ἐλλός (A), ,
A a young deer, fawn,

ποικίλος Od.19.228

, cf. Ant.Lib.28.3, Eust.1863.40. (Prob. from Ελνός, cf. ἔλαφος.)
------------------------------------
ἐλλός (B), ή, όν,
A = ἔλλοψ (q.v.); also variously expld. ([etym.] ἀγαθόν, γλαυκόν, χαροπόν . . ταχύ . . ὑγρόν) by Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐλλός — ἑλλός a young deer masc nom sg ἐλλός a young deer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλός — a young deer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελλός — (I) ἑλλός και ἐλλός, ο (Α) ελαφάκι, νεβρός. (II) ἐλλός, ή, όν (Α) έλλοψ …   Dictionary of Greek

  • ἐλλόν — ἑλλός a young deer masc acc sg ἐλλός a young deer masc acc sg ἐλλός a young deer neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλοῖς — ἑλλός a young deer masc dat pl ἐλλός a young deer masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλοί — ἑλλός a young deer masc nom/voc pl ἐλλός a young deer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλούς — ἑλλός a young deer masc acc pl ἐλλός a young deer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλοῖς — ἑλλός a young deer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλοί — ἑλλός a young deer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλοῦ — ἑλλός a young deer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλούς — ἑλλός a young deer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.